Βγάζει καλά ή κακά παιδιά η μπάλα; / του Βασίλη Σαμπράκου

0

Ο Βασίλης Σαμπράκος συζητά με έναν δάσκαλο, που είναι και προπονητής ποδοσφαίρου, για να σπάσουν το στερεότυπο των προηγούμενων δεκαετιών σχετικά με το ποδόσφαιρο που σε αφήνει “αγράμματο” ή σε κάνει “αλήτη”.

 

Μεγάλωσα με το “μείνε μακριά από την μπάλα, φτιάχνει αλήτες” στερεότυπο. Ενηλικιώθηκα με το “οι ποδοσφαιριστές είναι αγράμματοι, δεν έχουν παιδεία, δεν έχουν κουλτούρα” στερεότυπο. Άρχισα να λειτουργώ στην αθλητική δημοσιογραφία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, και τον καιρό εκείνο συναναστρεφόμουν ποδοσφαιριστές που δεν είχαν “βγάλει το σχολείο”· οι πρώτες μου παραστάσεις μπορεί να μην επιβεβαίωναν το πρώτο, αλλά επιβεβαίωναν σε σημαντικό βαθμό το “αγράμματοι” στερεότυπο. Σήμερα, περίπου 2,5 δεκαετίες αργότερα όμως κυκλοφορώ, στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ανάμεσα σε παιδιά που δεν είναι μόνο σκεπτόμενα· είναι και διαβασμένα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα παιδιά που παίζουν, αλλά και σε αυτούς που τα εκπαιδεύουν και έχουν την ευθύνη να τα παιδαγωγούν, να τα ανατρέφουν, δηλαδή και στους προπονητές τους. Στη δεκαετία του ’90 κυκλοφορούσα ανάμεσα σε προπονητές με φτωχή μόρφωση, τόσο σχετικά με το αντικείμενο τους όσο και σχετικά με την γενικότερη παιδεία τους. Έχει πάψει όμως εδώ και καιρό να είναι έτσι.

Η στιγμή αυτής της παρατεταμένης άνω τελείας που έχει μπει στην ποδοσφαιρική δράση προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία για προβληματισμό, ανασκόπηση και, σε πολλά, αναθεώρηση. Γύρω μου ζουν παιδιά που πηγαίνουν σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου, η οποία σήμερα τους λείπει περισσότερο από όσο το σχολείο. Γύρω μου υπάρχουν προπονητές οι οποίοι εκμεταλλεύονται την αναστολή και την αντιμετωπίζουν ως μια ευκαιρία για επιπλέον επιμόρφωση, και μάλιστα σε γνωστικά αντικείμενα που “ξεφεύγουν” από τα στενά όρια της παλιάς και παρωχημένης προπονητικής. Προπονητές με ολιστική προσέγγιση, οι οποίοι αναλαμβάνουν την ευθύνη του παιδαγωγού, όταν πρόκειται για ακαδημίες, ή του διευθυντή μιας ομάδας προπονητών και άλλων επιστημόνων που υπηρετούν μια ακαδημία, έναν σύλλογο, μια ομάδα.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο στη βάση του έχει αλλάξει πολύ, έχει εξελιχθεί, έχει εκπολιτιστεί, νοιάζεται περισσότερο από ποτέ να μεγαλώνει σωστά τα παιδιά και να μεγαλώνει “καλά” και “μορφωμένα” παιδιά. Κι αυτό είναι στιγμή να του το αναγνωρίσουμε. Είναι στιγμή να σπάσουμε τα στερεότυπα που κουβαλάμε εμείς, οι μεγαλύτερες γενιές, οι σημερινοί γονείς. Έχω δει πολλούς να αποτρέπουν το παιδί τους από την ενασχόληση με το ποδόσφαιρο ή να επιλέγουν να μη του στρέψουν την προσοχή προς αυτό επειδή το αντιλαμβάνονται ως άθλημα που δεν λειτουργεί ως καλή επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της νοοτροπίας του παιδιού. Και επειδή είναι πολύ άδικο όλο αυτό, η στιγμή δημιουργεί μια ευκαιρία για να επιχειρήσουμε να σπάσουμε το στερεότυπο.

 

Μαζί μου σε αυτή την συζήτηση έχω έναν δάσκαλο επόμενης γενιάς από την δική μου, που είναι και προπονητής ποδοσφαίρου. Ο 35χρονος Γιώργος Μυλωνάς είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις των συναναστροφών μου. Τον αφήνω να περιγράψει την πορεία του, προτού ανοίξουμε την συζήτηση: “Από μικρή ηλικία  ασχολήθηκα με τον αθλητισμό, σαν αθλητής μπάσκετ και ποδοσφαίρου, σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Ήρθα σε επαφή και με άλλα αθλήματα, όπως είναι το βόλεϊ, το τένις και το κολύμπι. Ήρθα αντιμέτωπος με ευχάριστες αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Παρόλο που αποφοίτησα από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και εργάζομαι σαν δάσκαλος, η αγάπη μου για τον αθλητισμό με ώθησε να τον ανακαλύψω, όχι μόνο από την πλευρά του αθλητή, αλλά και από διαφορετική οπτική κάνοντας σπουδές στον αθλητισμό.  Στην δωδεκάχρονη πορεία μου στην εκπαίδευση, είτε σε συζητήσεις στον Σύλλογο Διδασκόντων, είτε με γονείς, είτε ακόμα και εγώ ο ίδιος αναρωτήθηκα τι επηρεάζει τη συμπεριφορά ενός παιδιού. Παρατηρώντας τα παιδιά στην σχολική αίθουσα, στο προαύλιο -αλλά και σαν προπονητής ακαδημιών ποδοσφαίρου- στο γήπεδο, θέλησα να επεκτείνω τις γνώσεις μου πάνω σ’ αυτόν τον τομέα. Έτσι, είμαι εγγεγραμένος φοιτητής των ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας-αν και με δυσκολία προσπαθώ να παρακολουθήσω- λόγω της απόστασής μου από τα Τρίκαλα. Για να επιτευχθούν μέθοδοι υποστήριξης των αθλητών και μαθητών είτε συμπεριφοριακά αλλά και μαθησιακά και αθλητικά, παρακολούθησα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Οργάνωση και Διοίκηση Αθλητικών Οργανισμών και Επιχειρήσεων» του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Εκεί γνώρισα αξιόλογους καθηγητές και συμφοιτητές και συναναστράφηκα με ανθρώπους όλου του φάσματος του ελληνικού αθλητισμού. Η ανάγκη της υποστήριξης των παιδιών με οδήγησε να παρακολουθήσω το σεμινάριο UEFA D της ΕΠΟ αλλά και σεμινάρια «Ψυχολογία της Άσκησης» από διακεκριμένους ψυχολόγους. Ο αθλητισμός έχει πολλές πτυχές και δεν εφησυχάζω. Σκοπός μου είναι να ανακαλύψω όσες περισσότερες μπορώ θέτοντας κάθε φορά καινούριους στόχους, όπως είναι για παράδειγμα η προσέγγιση σε θέματα αθλητισμού και ατόμων με αναπηρία”.

 

Με τον Γιώργο Μυλωνά μοιραζόμαστε τις ίδιες αντιλήψεις. Συμφωνώ πολύ με τις σκέψεις και την οπτική του, όπως περιγράφονται σε αυτή την παράγραφο που μου έγραψε: “Ο αθλητισμός είναι χαρά! Οι περισσότεροι άνθρωποι που ασχολούνται με τον αθλητισμό νιώθουν το ίδιο, θέλω να πιστεύω. Πόσο μάλλον τα παιδιά! Έτσι από το πιο μικρό παιδί που θα εγγραφεί σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου έως την ηλικία των 14 ετών, τα παιδιά θέλουν να νιώθουν ότι ανήκουν σε μια ομάδα. Ότι είναι αποδεκτά από τους φίλους τους. Μέσα εκεί μπορούν να αναπτύξουν δεξιότητες και ικανότητες που θα τους βοηθήσουν είτε στην κοινωνία είτε στην αγορά εργασίας αργότερα. Σίγουρα πολλά παιδιά απογοητεύονται στην πορεία αλλά χρειάζεται στήριξη και από τους προπονητές και από τους γονείς. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε σαν στόχο είναι προαγωγή αξιών για έναν καλύτερο πολίτη και ύστερα για έναν καλύτερο αθλητή”.

 

Έβαλα στον Γιώργο Μυλωνά, έναν δάσκαλο που παρατηρεί τα παιδιά τόσο στο σχολείο όσο και στο γήπεδο, μια σειρά από ερωτήματα που συναντώ συχνά: Τα παιδιά που “φοιτούν” σε μια ακαδημία δείχνουν θετική ή αρνητική επίδραση του ποδοσφαίρου στον χαρακτήρα τους, κρίνοντας από την συμπεριφορά τους στο σχολείο;  Είναι μια διαρκής συζήτηση μεγάλου προβληματισμού αυτή, σε σχέση με την “ανατροφή” που δίνουν στα παιδιά οι ελληνικές ποδοσφαιρικές ακαδημίες. Έχω δει και ακούσει πολλά, σχετικά με τις συμπεριφορές προπονητών, “παραγόντων”, ακόμη και γονιών και σχετικά με το μέγεθος της επιρροής που έχουν τα “κακά παραδείγματα” στα παιδιά. 

“Οντως ο προβληματισμός είναι μεγάλος και η συζήτηση αυτή σίγουρα χρειάζεται επιστημονικά στοιχεία.  Όταν θέλουμε να θίξουμε τη συμπεριφορά ενός παιδιού στον χώρο του σχολείου, αυτή δεν είναι μόνο μέσα στη σχολική τάξη αλλά και στον προαύλιο χώρο, την ώρα του διαλείμματος και την ώρα της Γυμναστικής. Η συμπεριφορά των παιδιών μπορεί να αλλάζει και εντός αυτών των χώρων. Παρ’ όλα αυτά δημιουργείται  μια γενική εικόνα για τη συμπεριφορά ενός παιδιού. Η συμπεριφορά στο σχολείο και στην ακαδημία είναι αλληλένδετη. Ερχόμενα τα παιδιά σε έναν αθλητικό σύλλογο, δημιουργείται μια “σχολική τάξη”- τμήμα όπου ο προπονητής έχει να αντιμετωπίσει παιδιά με διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Ο προπονητής θα χρειαστεί να λειτουργήσει σαν παιδαγωγός-δάσκαλος. Η επιβράβευση, η (θετική) ανατροφοδότηση, η δημιουργία κανόνων χρειάζεται να είναι συνεχής και ο προπονητής να λειτουργήσει ως πρότυπο.

Σου παραθέτω κάποιες από τις πρακτικές από την παιδαγωγική πλευρά, τις οποίες προσπαθώ να εφαρμόσω και εγώ. Ο  προπονητής δίνοντας ρόλους (π.χ βοηθός προπονητή) κάνει τα παιδιά- αθλητές να αναλαμβάνουν ευθύνες. Επίσης, το παιδί διδάσκεται ότι το παν δεν είναι νίκη, παίζοντας χωρίς να υπάρχει σκορ. Στην επιτυχία ενός γκολ, τα παιδιά πανηγυρίζουν την επιτυχία όλα μαζί. Στο τέλος της προπόνησης δίνουν το χέρι τους όλοι σε όλους, δίνοντας συγχαρητήρια για την προσπάθεια. Στον τραυματισμό ενός παίκτη, ο ‘θύτης’ ζητάει συγνώμη από το ‘θύμα’. Αυτές οι πρακτικές έχουν βοηθήσει τα παιδιά αυτά να συνειδητοποιήσουν την αξία της ομαδικότητας, κάτι που δεν ξεχνάνε εύκολα πηγαίνοντας στο σχολείο. Είναι συχνά πιο πρόθυμα να βοηθήσουν κάποιον συμμαθητή τους, να ανταπεξέλθουν σε μια ομαδοσυνεργατική μέθοδο διδασκαλίας και να δημιουργήσουν παρέες. Υπάρχουν παραδείγματα παιδιών όπου στο σχολείο έχουν δεχτεί bullying ή είναι περιθωριοποιημένα από τα υπόλοιπα και έχει φανεί ότι στο γήπεδο αναλαμβάνουν ρόλους (π.χ βοηθός προπονητή, συνεχής ενθάρρυνση), με τη βοήθεια του προπονητή. Παιδιά όπου στο σχολείο είναι ανήσυχα, στο γήπεδο αποκτούν όρια στην συμπεριφορά τους αναλαμβάνοντας ρόλο αρχηγού ή την ευθύνη να υπακούν σε εντολές άλλου αρχηγού.

Ένα παιδί που συμμετέχει σε έναν αθλητικό σύλλογο μπορεί ενδεχόμενος να είναι μαθησιακά αδύναμο, κάτι που μπορεί να δημιουργεί συστολή μέσα στην σχολική τάξη. Στην Γυμναστική ή στην ώρα του διαλλείματος, το ίδιο παιδί, λόγω της συμμετοχής του σε έναν αθλητικό σύλλογο, δεν αποκλείεται να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του, αναλαμβάνοντας μερικές φορές μέχρι και τον ρόλο του αρχηγού. Επίσης, τα περιβάλλοντα από τα οποία ένα παιδί αποκτά εμπειρίες είναι συγκεκριμένα. Ένα από αυτά είναι ένας αθλητικός σύλλογος. Παιδιά που είναι μέλη αυτών των συλλόγων, έχουν συχνά εμπειρίες και ιστορίες να διηγηθούν στους συνομηλίκους   αλλά και στους δασκάλους τους.

Ελλοχεύει ο κίνδυνος όμως, όταν οι πρακτικές των γονέων, των προπονητών ή του συλλόγου γενικότερα είναι εσφαλμένες, τα παιδιά να αναπτύξουν και αρνητικά χαρακτηριστικά όπως είναι η αλαζονεία και η υπεροψία, κάτι που δεν θα τους κάνει αρεστούς στους συμμαθητές τους. Χρειάζεται  χρόνο για να “φανούν” τα αποτελέσματα στην συμπεριφορά ενός παιδιού στο γήπεδο και στο σχολείο αντίστοιχα. Σύμφωνα όμως με την προσωπική μου άποψη η επίδραση θα είναι θετική”.

 

Οι επόμενες ερωτήσεις είναι σχετικές και συναφείς με τον πρόλογό μου. Θα κάνατε διαχωρισμό σε σχέση με την επίδραση που έχει ο αθλητισμός στα παιδιά ανάλογα με το άθλημα που κάνουν; Είναι άλλη η συμπεριφορά των παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο από αυτά που παίζουν μπάσκετ ή κάποιο άλλο ομαδικό άθλημα; Αν μπορεί να είναι το είδος του ομαδικού αθλήματος αυτό που ορίζει το μέγεθος της θετικής επίδρασης που έχει στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά ενός παιδιού, τι θα μου λέγατε πάνω σε αυτό; Το ρωτώ σχετικά με το στερεότυπο ότι “το ποδόσφαιρο δεν βγάζει καλά παιδιά και δεν ευνοεί ως περιβάλλον τον συνδυασμό αθλήματος και σπουδών”. Με ενδιαφέρει πολύ η εμπειρία σας πάνω σε αυτό.

“Όταν ένα παιδί εντάσσεται σε έναν αθλητικό σύλλογο, εκτός από την βελτίωση της φυσικής του κατάστασης, διαμορφώνεται και ο χαρακτήρας του. Στη σημερινή κοινωνία όπου τα πρότυπα της είναι αθλητές/-τριες, τα περισσότερα παιδιά θέλουν να τους μοιάσουν. Αυτοί ανήκουν κυρίως σε ομαδικά αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ) και έτσι, σε ένα μεγάλο ποσοστό, τα παιδιά στρέφονται στα αντίστοιχα αθλήματα. Η συμπεριφορά, ανάλογα με το άθλημα που ακολουθεί, το κάθε παιδί  φαίνεται να έχει διαφορά μεταξύ ομαδικών και ατομικών αθλημάτων.

Τα παιδιά που συμμετέχουν σε ένα ομαδικό άθλημα φαίνεται να αποκτούν δεξιότητες και ικανότητες συνεργασίας, ανάληψης ευθυνών, ελέγχουν τα συναισθήματά τους και αυξάνουν την αυτοπεποίθηση τους, καθώς είναι αναγνωρίσιμα στα υπόλοιπα παιδιά. Στα ομαδικά αθλήματα, βέβαια, ελλοχεύει και ο κίνδυνος της έπαρσης και του εγωισμού σε περίπτωση που ένα παιδί είναι «πολύ καλό» σε ένα άθλημα. Το γεγονός αυτό, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλή αναγνωρισιμότητα (θετικό) και αποκλεισμό (αρνητικό) από την παρέα και δημιουργία αρνητικών συναισθημάτων.

Αντίθετα, τα παιδιά που συμμετέχουν σε ατομικά αθλήματα (πχ τένις), είναι σαφώς λιγότερα. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν να ανταγωνιστούν φίλους, οι οποίοι πολύ πιθανόν στο σχολείο θα κατέκριναν μια τους ‘κακή’ προσπάθεια, αλλά ανταγωνίζονται το ίδιο τους τον εαυτό. Μαθαίνουν να δημιουργούν εσωτερικά κίνητρα με αποτέλεσμα να είναι πιο ανεξάρτητα από τα παιδιά των ομαδικών αθλημάτων.

Η άποψη ότι ‘το ποδόσφαιρο δεν βγάζει καλά παιδιά’,  θα τονίσω κι εγώ ότι είναι στερεότυπο. Σύμφωνα με την εμπειρία μου σε διαφορετικές πόλεις και χωριά της Ελλάδας που έχω υπηρετήσει σαν εκπαιδευτικός, έχω παρατηρήσει ότι τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο παθιάζονται περισσότερο σε σχέση, όχι μόνο με τα παιδιά που ακολουθούν ένα ατομικό άθλημα, αλλά και με ένα επίσης ομαδικό άθλημα, όπως είναι το μπάσκετ. Βέβαια, αυτό, ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι το ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές άθλημα. Το πάθος αυτό μπορεί να πάρει αρνητικές διαστάσεις, καθώς δεν είναι λίγα τα παιδιά που παραμελούν το μαθησιακό κομμάτι και μόνιμο μέλημά τους είναι ό,τι σχετίζεται με το ποδόσφαιρο αλλά και το πώς οι ίδιοι μελλοντικά θα αναδειχτούν σε είδωλα, όπως αυτοί που θαυμάζουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι απαντήσεις των παιδιών στην ερώτηση «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, απαντάνε «Ποδοσφαιριστής». Το ίδιο δεν συμβαίνει τόσο συχνά στα υπόλοιπα παιδιά που ασχολούνται με άλλα αθλήματα. Σπάνια ένα παιδί που παίζει π.χ τένις στην ίδια ερώτηση να απαντήσει το ίδιο απόλυτα ότι θέλει να γίνει τενίστας. Βέβαια, τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποιον κανόνα, καθώς το κάθε παιδί έχει δικό του χαρακτήρα και διαφορετικά βιώματα”.

 

Το τέλος της βραδιάς την Παρασκευή 3 Απριλίου, όταν ολοκληρώθηκε ο τηλεμαραθώνιος του ΠΣΑΠ μέσα από το gazzetta, πήρα μαζί μου το όφελος της διαπίστωσης, μέσα από την δημόσια συναναστροφή με δεκάδες νεαρούς Ελληνες που παίζουν σήμερα ποδόσφαιρο επαγγελματικά, ότι το μορφωτικό επίπεδο και μαζί το επίπεδο της κουλτούρας και του πολιτισμού έχουν ανέβει. Οχι, το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έγινε ξαφνικά ένας αγγελικά πλασμένος χώρος· περίπου το αντίθετο ισχύει. Ο σημερινός ποδοσφαιριστής όμως δεν είναι ίδιος με τον χθεσινό σε σχέση με την παιδεία και τον πολιτισμό του. Και αυτό οφείλεται και στην ποδοσφαιρική ανατροφή του. Κάτι που έχω την ευκαιρία να διαπιστώνω μέσα από την καθημερινή συναναστροφή με προπονητές που λειτουργούν στο ποδόσφαιρο των αναπτυξιακών ηλικιών. Συναντώ εξαιρετικά μυαλά, ανήσυχα πνεύματα, ανθρώπους που νοιάζονται να εξελιχθούν, που επιμορφώνονται, και – κυρίως αυτό – δίνουν σημασία στον άνθρωπο και όχι μόνο στον ποδοσφαιριστή που προσπαθούν να δημιουργήσουν ή να εξελίξουν και να βελτιώσουν.

 

Δεν προσπαθώ να πω με αυτό ότι στον κόσμο του ποδοσφαίρου δεν κυκλοφορούν κακής ποιότητας εκπαιδευτές. Δεν υπάρχει τέτοιος χώρος στην Ελλάδα, γιατί να διαφέρει σε αυτό το ποδόσφαιρο; Όμως το ποδόσφαιρο στη βάση του έχει αλλάξει πολύ συγκριτικά με το ποδόσφαιρο που είχα γνωρίσει στα χρόνια της παιδικής ή εφηβικής μου ηλικίας. Έχει αλλάξει πολύ ακόμη και σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια που λειτουργούσα στην αθλητική δημοσιογραφία. Σήμερα στα γήπεδα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου κυκλοφορεί ακόμη η πρώτη εξελιγμένη γενιά. Μια σειρά από σαφείς ενδείξεις με οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι αμέσως επόμενες είναι ακόμη πιο βελτιωμένες εκδόσεις· όχι με όρους ποδοσφαιρικούς, στενά αθλητικούς, αλλά στο επίπεδο της κουλτούρας, του πολιτισμού, της παιδείας.

 

Φυσικά η διαμόρφωση του χαρακτήρα δεν καθορίζεται από την παιδεία και τον πολιτισμό μιας ακαδημίας και ενός προπονητή· όλα ξεκινούν από το σπίτι και τελειώνουν στο σπίτι. Όμως ακριβώς όπως συζητάμε για ένα σχολείο και το χαρακτηρίζουμε ως “κατάλληλο” ή όχι για τα παιδιά μας, ακριβώς έτσι πρέπει να συζητάμε για τα ποδοσφαιρικά σχολεία. Υπάρχουν κατάλληλα και λιγότερο κατάλληλα. Στους γονείς αναλογεί η ευθύνη να αντιληφθούν ποια ακαδημία και ποιος προπονητής είναι κατάλληλοι για να τους εμπιστευθούν την – όχι μόνο ποδοσφαιρική – ανατροφή του παιδιού τους.

 

Η εμπειρία κάποιου που παρατηρεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες παιδιά να μεγαλώνουν στο ποδόσφαιρο οδηγεί στην διαπίστωση ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερα από ποτέ καλά ποδοσφαιρικά σχολεία. Σχολεία που παραδίδουν καλούς, αξιόλογους ανθρώπους που έχουν πάρει ερεθίσματα για να εξελιχθούν σε χρήσιμους ανθρώπους για την ελληνική κοινωνία – είτε γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές είτε όχι. Σήμερα περισσότερο από ποτέ μπορώ να πω ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο – ΠΡΟΣΟΧΗ, ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ – μεγαλώνει καλά παιδιά. 

 

ΥΓ. Σε ένα επόμενο σημείωμα θα επιστρέψω με τις βασικές συμβουλές των προπονητών προς τους γονείς. Τόσο προς αυτούς που προβληματίζονται σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να στρέψουν το ενδιαφέρον ενός παιδιού προς το ποδόσφαιρο, όσο και προς αυτούς που έχουν παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο και θέλουν να τα βοηθήσουν αποτελεσματικά προκειμένου αυτά να συνδυάσουν την μπάλα με το σχολείο και αργότερα τις σπουδές.

Gazette.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here